Αρχική » ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ » Πανίδα

Πανίδα

 

 

1. Αμφίβια

2. Ερπετά

3. Θηλαστικά

4. Εντομοφάγα Θηλαστικά

5. Τρωκτικά

6. Σαρκοφάγα Θηλαστικά

7. Νυχτερίδες

8. Πουλιά 

8.1 Τα πιο κοινά είδη

8.2 Ωδικά πουλιά

8.3 Αρπακτικά πουλιά

8.4 Νυχτόβια πουλιά

8.5 Υδρόφιλα πουλιά

 

απόσπασμα από το βιβλίο

Παραγκαμιάν Καλούστ και Νικολουδάκης Γιάννης,

Φύση και Άνθρωπος στο Δήμο Νεάπολης Λασιθίου, 2007

Δήμος Νεάπολης – Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας

 

Εκτός από κάποια υμενόπτερα (μέλισσες, σφήκες) και βεβαίως τους σκορπιούς που το κέντρισμά τους είναι επώδυνο, δεν υπάρχει κανένα άλλο είδος ζώου στην Κρήτη το οποίο να είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Έτσι ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στην περιοχή πολύ άνετα και άφοβα.

Η πανίδα της Κρήτης και ιδιαίτερα αυτή των ασπονδύλων, είναι πολύ πλούσια τόσο σε ενδημικά όσο και στενοενδημικά είδη. Ο ενδημισμός σε διάφορες ομάδες ασπονδύλων φτάνει και το 30 % και η ευρύτερη περιοχή του Δήμου Νεάπολης αποτελεί ένα από τα «θερμά σημεία» του ενδημισμού στην Κρήτη. Οπωσδήποτε η πανίδα των ασπονδύλων ελάχιστα θα ενδιαφέρει το μέσο επισκέπτη και γι’ αυτό δεν θα επεκταθούμε. Κρίνουμε όμως σκόπιμο να σημειώσουμε ότι εάν ο επισκέπτης σηκώσει οποιαδήποτε από τις αμέτρητες πέτρες, θα δει ότι εκεί βρίσκεται ένας μεγάλος αριθμός ειδών ζώων (σαλιγκαριών, ισοπόδων, αραχνιδίων, εντόμων, κ.ά.). Είναι ίσως χρήσιμο να ξέρει ότι κατά μέσο όρο, τουλάχιστον ένα στα τέσσερα διαφορετικά είδη που θα δει, δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο παρά μόνο στην Κρήτη. Ο ενδημισμός των ασπονδύλων έχει πολύ υψηλές τιμές (πάνω από 80%) σε ιδιαίτερα οικοσυστήματα όπως είναι τα σπήλαια. Ιδιαίτερα τα είδη αρκετών ομάδων ζώων που είναι απόλυτα προσαρμοσμένα να ζουν στο αφιλόξενο περιβάλλον των σπηλαίων, είναι όλα ενδημικά. Στα σπήλαια της περιοχής υπάρχουν είδη που εξαπλώνονται στα σπήλαια όλης της Κρήτης (π.χ. τα ορθόπτερα Troglophilus spinulosus και Discoptila lindbergi), στα σπήλαια της ανατολικής Κρήτης (π.χ. το τυφλό και άχρωμο ισόποδο Schizidium perplexum) ή μόνο στα σπήλαια των Λασιθιώτικων Βουνών και του Μεραμπέλλου (π.χ. η κρητική δολιχοπόδα Dolichopoda paraskevi).

Εάν εξαιρέσει κανείς τα ζώα που έχουν την ικανότητα να πετούν (πουλιά και νυχτερίδες) η πανίδα των σπονδυλοζώων που ζουν σήμερα στην Κρήτη είναι φτωχή σε είδη. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην μακρόχρονη απομόνωση της ως νησιού και στη σχετικά μεγάλη απόσταση που έχει από τις γειτονικές ηπειρωτικές περιοχές. Σήμερα πάντως η σύνθεση της πανίδας των σπονδυλοζώων είναι πολύ πιο ισορροπημένη από ότι ήταν πριν πολλές δεκάδες χιλιάδες χρόνια, όταν κυριαρχούσαν τα μεγάλα φυτοφάγα χωρίς να υπάρχουν οι θηρευτές τους.


Αμφίβια

Από τα τρία είδη αμφιβίων της Κρήτης στην περιοχή υπάρχουν ο πρασινόφρυνος (Bufo viridis) και ο δενδροβάτραχος (Hyla arborea).Ο κρητικός δενδροβάτραχος (Hyla arborea) Και τα δύο είδη ζουν μαζί και επισκέπτονται τα ρυάκια και τους εποχικούς υγροτόπους την άνοιξη που είναι η περίοδος αναπαραγωγής τους, για να γεννήσουν. Στο τέλος της άνοιξης οι υγρότοποι είναι γεμάτοι γυρίνους οι οποίοι αποτελούν και τροφή πολλών μεταναστευτικών πουλιών. Ο ενδημικός βάτραχος της Κρήτης (Rana cretensis) δεν εντοπίστηκε στην περιοχή αλλά ίσως να υπάρχουν μικροί πληθυσμοί. Η ενδεχόμενη απουσία του θα πρέπει να αποδοθεί στη ρύπανση των νερών κατά το πρόσφατο παρελθόν. Έχει εντοπιστεί πάντως σε κοντινές περιοχές νότια και ανατολικά του Δήμου και ο επανεποικισμός της περιοχής είναι πιθανά θέμα χρόνου. Επειδή το είδος είναι πολύ ευαίσθητο στη ρύπανση η επανεμφάνισή του θα σημαίνει και την καθαρότητα των νερών.


Ερπετά

Οι πληθυσμοί των ερπετών στην περιοχή είναι μικροί όπως συμβαίνει κατά κανόνα σε όλη σχεδόν την Κρήτη. Εδώ υπάρχουν τουλάχιστον τα οκτώ από τα έντεκα είδη του νησιού. Σε όλους τους οικισμούς ακόμα και στην πόλη της Νεάπολης είναι κοινή η παρουσία του σαμιαμιδιού (Hemidactylus turcicus) ενώ τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και οι ανεμόμυλοι είναι ο κύριος βιότοπος ενός ακόμη είδους (Tarentola mauritanica), όχι όμως τόσο κοινού. Η μεγαλύτερη σαύρα της Κρήτης (η πράσινη κολισαύρα, Lacerta trilineata) είναι ίσως το μόνο ερπετό που, λόγω μεγέθους και χρώματος, θα δει ο επισκέπτης. Θα τη δει το καλοκαίρι, όταν είναι πολύ δραστήρια, κυρίως στις ρεματιές και τους λόφους βόρεια της Νεάπολη και μέχρι την ακτή.

Η άθηρος Κρήτη έχει όμως και το …θρύλο της. Μια άκακη σαύρα, το λιακόνι (Chalcides occelatus), που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το περνά κρυμμένη κάτω από πέτρες είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο ζώο στην Κρήτη (αλλά και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου). Ο λαός, άγνωστο γιατί, τη θεωρεί εξαιρετικά δηλητηριώδη. Σώζεται ακόμα στις μέρες μας ένα παλαιό λαϊκό δίστιχο που τονίζει το πόσο επικίνδυνη είναι: «αν σε δαγκάσει από το στόμα γύρεβγε γιατρό και στρώμα, κι αν σε δαγκάσει απ’ την ουρά καδελέτο (σ.σ. ξύλινο φέρετρο) και παπά». Το λιακόνι είναι ωστόσο μια σαύρα που δεν έχει καθόλου δηλητήριο και τρέφεται, όπως και οι υπόλοιπες της Κρήτης, με εδαφόβια ασπόνδυλα.

Τρία στα τέσσερα είδη από τα φίδια της Κρήτης υπάρχουν σίγουρα στην περιοχή, όλα σε πολύ μικρούς πληθυσμούς. Το νερόφιδο (Natrix tesselata) είναι σχετικά κοινό στις περιοχές με νερό (στέρνες, πηγές, ρύακες, εποχικά τέλματα) και τρέφεται κυρίως με αμφίβια αλλά και με κουνουπόψαρα (Gambusia affinis), ψάρια που είχαν εισαχθεί στο παρελθόν σε πολλές στέρνες της περιοχής για την καταπολέμηση των κουνουπιών. Η πολύχρωμη όχεντρα όπως λέγεται στην Κρήτη το σπιτόφιδο (Elaphe situla) και ο όφις (Telescopus fallax), το μοναδικό οπισθόγλυφο φίδι του νησιού, είναι λιγότερο κοινά. Η παρουσία και της δενδρογαλιάς (Coluber  gemonensis) είναι πάρα πολύ πιθανή.

 Ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata) κοντά στη ΛατσίδαΗ μοναδική χερσαία χελώνα της Κρήτης είναι ...υδρόβια. Η ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata) έχει ένα τουλάχιστον σημαντικό πληθυσμό στην περιοχή. Στις όχθες του ποταμιού που ρέει βόρεια της Λατσίδας και στις πολυάριθμες κολύμπες ανάμεσα στα καλάμια μπορεί κανείς να δει πολλές δεκάδες άτομα οποιαδήποτε εποχή του χρόνου.


Θηλαστικά

Δεκαπέντε από τα 16 είδη εδαφόβιων θηλαστικών της Κρήτης υπάρχουν στην περιοχή και είναι όλα νυχτόβια. Το σύμβολο της πανίδας της Κρήτης, το αγρίμι (Capra aegagrus cretica), ζούσε παλαιότερα και εδώ, κυρίως στις νότιες ορεινές περιοχές του Δήμου. Το ζώο αυτό το εισήγαγε ο άνθρωπος κατά τη νεολιθική εποχή και η εξάπλωσή του στην Κρήτη ήταν καθολική μέχρι τουλάχιστον και τον 18 αιώνα. Στη Δίκτη παρατηρήθηκε για τελευταία φορά στις αρχές του 20ου αιώνα. Το ζώο αυτό που τόσο επηρέασε την τέχνη στην Κρήτη έχει περιοριστεί σήμερα στα Λευκά Όρη.


Εντομοφάγα Θηλαστικά

Τα εντομοφάγα θηλαστικά περιλαμβάνουν τρία είδη μυγαλών (ετρουσκομυγαλή Suncus etruscus, κηπομυγαλή Crocidura suaveolens, κρητική μυγαλή Crocidura zimmermanni) και τον σκαντζόχοιρο (Erinaceus concolor). Η ετρουσκομυγαλή είναι από τα μικρότερα θηλαστικά του κόσμου και ζυγίζει συνήθως μέχρι 3 γραμμάρια. Η κρητική μυγαλή είναι το μοναδικό ενδημικό είδος θηλαστικού της Κρήτης και της Ελλάδας και το μόνο που έχει επιβιώσει από την πανίδα του Τεταρτογενούς.


Τρωκτικά

Η πανίδα των τρωκτικών περιλαμβάνει 4 είδη: τον αγκαθοποντικό (Acomys cahirinus minous), το βραχοποντικό (Apodemus mystacinus), το δασοποντικό (Apodemus sylvaticus), το σπιτοποντικό (Mus domesticus) και τον αρουραίο (Rattus rattus). Το πιο εξωτικό είδος είναι ο ακαθοποντικός που μέχρι πρόσφατα θεωρούταν και ενδημικό της Κρήτης. Οι τρίχες στο πίσω μέρους του σώματος αυτού του ποντικού είναι πολύ χοντρές σαν αγκάθια. Οι σπιτοποντικοί και οι αρουραίοι είναι αναμφίβολα τα πιο κοινά ποντίκια της περιοχής. Ένα επιπλέον είδος, ο δασομυοξός (Myoxus glis), είναι πιθανό να υπάρχει σε δασωμένες περιοχές του νότιου τμήματος του Δήμου.

Ο λαγός (Lepus europaeus) είναι από τα κοινά είδη στην περιοχή αν και κυνηγιέται πολύ ενώ το αγριοκούνελο (Oryctolagus cuniculus) πιθανότατα υπάρχει και στους νότιους πρόποδες της Δίκτης.


Σαρκοφάγα Θηλαστικά

Από τα σαρκοφάγα θηλαστικά η ζουρίδα (κουνάβι, Martes foina) και το καλογυναικάρι (νυφίτσα, Mustela nivalis) είναι πολύ κοινά στην περιοχή, ενώ ο άρκαλος (ασβός, Meles meles) είναι λιγότερο κοινός. Η αγριόγατα (Felis silvestris cretensis) είχε εντοπιστεί πριν λίγα χρόνια στη Δίκτη και είναι πιθανό να εξαπλώνεται μέχρι και τα νότια όρια του Δήμου. Αυτό το ζώο-φάντασμα εισήχθηκε από τον άνθρωπο στην Κρήτη σε παλαιότερες εποχές και είναι πιο συγγενές με τις αγριόγατες της βόρειας Αφρικής παρά με την ευρωπαϊκή αγριόγατα που υπάρχει και στην ηπειρωτική Ελλάδα.


Νυχτερίδες

Η τρανομυωτίδα (Myotis myotis) εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην  Κρήτη σε ενάλιο σΗ γνώση μας για τα χειρόπτερα της Κρήτης (τις λαχταρίδες όπως λέγονται τοπικά) περιορίζεται μόνο στην απλή παρουσία 17 ειδών από τα 33 που έχουν αναφερθεί στην Ελλάδα. Αυτό ισχύει βεβαίως και για την περιοχή του Δήμου Νεάπολης. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος για να μην υπάρχουν όλα τα είδη νυχτερίδων της Κρήτης και εδώ, τουλάχιστον κάποια εποχή του χρόνου. Τα σπήλαια και πολλά ερειπωμένα κτίρια είναι πολύ σημαντικά για το φώλιασμα των νυχτερίδων. Τρανομυωτίδες (Myotis myotis) και μικρομυωτίδες (Myotis blythi) εντοπίστηκαν να φωλιάζουν σε ενάλια σπήλαια της περιοχής, μάλιστα η παρουσία των τρανωμυωτίδων είναι η πρώτη αναφορά του είδους για την Κρήτη. Ακόμα τρία είδη, όλα σε μικρούς πληθυσμούς, εντοπίστηκαν σε σπήλαια της ενδοχώρας: η πτερυγονυχτερίδα (Miniopterus schreibersi), η τρανορινόλοφος (Rhinolophus ferrumequinum) και η μικρορινόλοφος (Rhinolophus hipposideros). Νότια από τις Βρύσες καταγράφηκαν πολλά άτομα νυχτονόμου (Tadarida teniotis) κατά τις απογευματινές πτήσεις τους.


Πουλιά

Η ορνιθοπανίδα της περιοχής (με εξαίρεση ίσως τις αλυκές Ελούντας) είναι σχεδόν άγνωστη. Υπολογίζουμε πάντως ότι περισσότερα από 200 είδη πουλιών περνούν ή φωλιάζουν στην περιοχή. Γενικά, με περισσότερα από 420 είδη, η ορνιθοπανίδα της Ελλάδας είναι από τις πλουσιότερες της Ευρώπης, ιδιαίτερα για τα αναπαραγόμενα είδη (τουλάχιστον 243). Ο αριθμός αναπαραγόμενων ειδών όμως μειώνεται από το βορρά προς το νότο: 219 είδη στη Μακεδονία, 153 στη Στερεά Ελλάδα, 104 στην Πελοπόννησο και 85 στην Κρήτη.


Τα πιο κοινά είδη

Δεκαοκτούρα (Streptopelia decaocto), ο εισβολέας από την ΑσίαΑπό τα πιο κοινά είδη στους οικισμούς είναι τα σπουργίτια (ατσέλεγας, Passer domesticus) και ιδιαίτερα στην πόλη της Νεάπολης η δεκαοχτούρα (Streptopelia decaocto). Η τελευταία είναι πολύ ανθρωπόφιλο είδος. Προερχόμενη από την Ασία εποίκισε τις πόλεις της Ευρώπης τη δεκαετία του ’30 και σύντομα όλο σχεδόν τον πλανήτη. Στην Κρήτη βρίσκεται περίπου 30 χρόνια. Άλλα πολύ κοινά και μόνιμα είδη μέσα και γύρω από τους οικισμούς είναι ο κότσυφας (Turdus merula), ο μαυροτσιροβάκος (Sylvia melanocephala) και ο καλόγερος (Parus major), ενώ στα τέλη της άνοιξης έρχονται τα κοινά χελιδόνια (Hirundo rustica) για να φωλιάσουν.


Ωδικά πουλιά

Όπου και να περιηγηθεί ο επισκέπτης θα ακούσει και θα δει τα ωδικά πουλιά που αφθονούν στην περιοχή: την πολύχρωμη καρδερίνα (σγαρδέλι, Carduelis carduelis) που πετά συνήθως κατά μικρές ομάδες, τον φλώρο (Carduelis chloris) με το χαρακτηριστικό πρασινοκίτρινο χρώμα που είναι πιο μοναχικός και τον σπίνο (Fringilla coelebs) που ζει σε μεγαλύτερες ομάδες και έχει σταχτοκάστανο χρώμα με χαρακτηριστικές άσπρες λωρίδες στα φτερά του. Ο κατσουλιέρης (σκορδαλός, Galerida cristata) ζει μόνιμα στη περιοχή και είναι κοινότερος στα βόρεια και κυρίως στους παράκτιους θαμνότοπους. Οι θαμνότοποι της περιοχής φιλοξενούν επίσης τον κοκκινοκεφαλά (Lanius senator), ένα πολύχρωμο πουλί που έρχεται από την κεντρική Αφρική για να αναπαραχθεί. Αμέσως μόλις έλθουν κατά τον Απρίλη, τα ζευγάρια των κοκκινοκεφαλάδων οριοθετούν και περιφρουρούν δυναμικά μια επικράτεια αρκετών δεκάδων στρεμμάτων για να κυνηγούν την τροφή τους (έντομα, μικρά ερπετά). Από τις σουσουράδες κοινές είναι η λευκοσουσουράδα (Motacilla alba), με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο χρωματισμό η σταχτοσουσουράδα (Motacilla cinerea), η οποία έχει σταχτιά ράχη και σταχτί κεφάλι και κιτρινωπό ή κιτρινόλευκο στήθος ενώ η κιτρινοσουσουράδα (Motacilla flava) είναι καλοκαιρινός επισκέπτης ή/και περαστικός μετανάστης και προτιμά κυρίως τους υγροτόπους.


Αρπακτικά πουλιά

Η πανίδα των αρπακτικών πουλιών είναι πλούσια. Όποτε και να σηκώσει κανείς το κεφάλι του προς τον ουρανό θα δει γερακίνες (Buteo buteo) που είναι με διαφορά το πιο κοινό αρπακτικό ή βραχοκιρκίνεζα (ανεμογάμι, Falco tinnunculus) να αιωρούνται ακίνητα στον αέρα. Μεσ’ τις ρεματιές γυροπετά το καλοκαίρι ένα λιγότερο κοινό γεράκι, ο πετρίτης (φαλκόνι, Falco peregrinus) που είναι και το ταχύτερο ζώο στον κόσμο, αφού σε κάθετες εφορμήσεις του μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα μέχρι και 400 χλμ την ώρα! Την άνοιξη επίσης φτάνουν και εδώ από τη μακρινή Μαδαγασκάρη οι μαυροπετρίτες (Falco eleonorae). Αυτοί οι ταξιδευτές έρχονται και φωλιάζουν στις απόκρημνες ακτές των νησιών της Ελλάδας στην οποία δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση αφού έρχεται το 70% (3.000 ζευγάρια) του παγκόσμιου πληθυσμού του είδους! Προς το τέλος της άνοιξης και όλο το καλοκαίρι μπορεί να δει κανείς πολλά άτομα να πετούν στον κάμπο της Νεάπολης και μέχρι τις βόρειες ακτές. Πολύ συχνά κάνει την παρουσία του και το όρνιο (Gyps fulvus) που έχει τρεις κοινές ονομασίες στην Κρήτη: βιτσίλα στο Λασίθι, σκάρα στο Ηράκλειο και το Ρέθυμνο και καναβός στα Χανιά. Ο μεγαλόπρεπος αυτός γύπας φωλιάζει εκτός των ορίων του Δήμου. Η πιο προσιτή φωλιά για να τον θαυμάσει κανείς από κοντά, βρίσκεται σε μια βραχοσκεπή του φαραγγιού Σελινάρι, απέναντι από την Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου. Τον άλλο γύπα της Δίκτης, τον γυπαετό (Gypaetus barbatus) -ή κοκαλά όπως πολύ πιο εύστοχα ονομάζεται στην Κρήτη γιατί τρέφεται με κόκαλαθα τον δουν οι πολύ τυχεροί επισκέπτες αφού έχουν απομείνει μόνο 7 άτομα σε όλο τον ορεινό όγκο της Δίκτης. Παλαιότερα ήταν σχετικά κοινός σε όλη την Ελλάδα, τον τελευταίο αιώνα όμως ο πληθυσμός του μειώθηκε δραματικά και σήμερα αναπαράγεται μόνο στην Κρήτη όπου υπάρχουν περίπου 30 άτομα.


Νυχτόβια πουλιά

Τις νύχτες η ησυχία διακόπτεται από το μακρόσυρτο χουχουριστό κελάηδημα της γιδοβυζάχτρας (Caprimulgus europaeus) και το χαρακτηριστικό κάλεσμα (ου – ου) του γκιώνη (σκλόπα, Otus scops) που μοιάζει με μονότονο μονοσύλλαβο διάλογο μεταξύ των ατόμων αυτού του μικρόσωμου είδους κουκουβάγιας. Το μεγαλύτερο νυχτόβιο αρπακτικό της περιοχής είναι η πεπλόγλαυκα (ζάρα, Tyto alba). Κάτασπρη κοιλιακά, ωχρή ραχιαία και με ένα πρόσωπο καρδιόσχημο, η ζάρα είναι αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό νυχτόβιο πουλί της Κρήτης. Πετά αθόρυβα και φωλιάζει ή κουρνιάζει στους πολλούς ανεμόμυλους της περιοχής αλλά και στα σπήλαια. Τρέφεται κυρίως με μικρά εδαφόβια θηλαστικά (τρωκτικά, μυγαλές). Ό οικολογικός της ρόλος είναι πολύ σημανικός αφού σε ένα έτος μπορεί να καταναλώσει πάνω από 1.500 μικροθηκαστικά! Επειδή δεν μπορεί να χωνέψει τις τρίχες και τα κόκαλα τα εξεμεί ως μαύρους σβόλους. Από την ανάλυση πολλών τέτοιων σβόλων που βρήκαμε σε ένα σπήλαιο στην Ξερολίμνη και σ’ ένα ανεμόμυλο στο Νοφαλιά βρέθηκε ότι τρέφεται κυρίως με σπιτοποντικούς (60% των ατόμων) και λιγότερο με τα υπόλοιπα ποντίκια και τις μυγαλές της περιοχής.


Υδρόφιλα πουλιά

Ο Απρίλιος και ο Μάιος είναι οι πιο κατάλληλοι μήνες για ορνιθοπαρατήρηση στην περιοχή καθώς είναι η περίοδος που έρχονται τα μεταναστευτικά πουλιά από την Αφρική. Ιδιαίτερα οι εποχικοί υγρότοποι συγκεντρώνουν ένα μεγάλο αριθμό ειδών καθώς έχουν νερό και βρίθουν Η σπάνια χαλκόκοτα (Plegadis falcinellus) στον υγρότοπο ανατολικά  της Δρήρουαπό φύκη, ασπόνδυλα ζώα αλλά και γυρίνους. Τα σπάνια αυτά οικοσυστήματα προετοιμάζονταν από το χειμώνα για να υποδεχτούν και να προσφέρουν πολύτιμους χώρους ξεκούρασης και τροφής για τους εξαντλημένους μετανάστες. Ο παρατηρητής έχει τη δυνατότητα να δει πολλά μεγάλα πουλιά όπως σταχτοτσικνιάδες (Ardea cinerea) και λευκοτσικνιάδες (Egretta garzetta) αλλά και μικρότερα όπως ποταμοσφυριχτές (Charadrius dubius) και λασπότρυγγες (Tringa glareola). Στα ρηχά νερά των υγροτόπων σταματούν ακόμα και πολύ σπάνια πουλιά που σταμάτησαν πριν πολλά χρόνια να αναπαράγονται την Ελλάδα, όπως η χαλκόκοτα (Plegadis falcinellus).