Αρχική » ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ » Χλωρίδα

Χλωρίδα

 

 

1. Φρύγανα

2. Μακία

3. Υδρόβια Βλάστηση

4. Ποικιλία χλωρίδας

 

απόσπασμα από το βιβλίο

Παραγκαμιάν Καλούστ και Νικολουδάκης Γιάννης,

Φύση και Άνθρωπος στο Δήμο Νεάπολης Λασιθίου, 2007

Δήμος Νεάπολης – Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας

 

Δυο είναι οι κυρίαρχοι τύποι βλάστησης που απαντούν στα όρια του Δήμου Νεάπολης: η φρυγανική και μακία. Και οι δύο τύποι αποτελούνται από θαμνώδη είδη φυτών αλλά τα είδη της μακίας μπορούν να αναπτυχθούν σε μεγάλα δένδρα δημιουργώντας ακόμα και πραγματικά δάση. Επίσης μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά που αποτελούν είτε προσαρμογές στο μεσογειακό κλίμα (π.χ. ανεπτυγμένο ριζικό σύστημα, αειφυλλία, σκληροφυλλία, εποχικό διμορφισμό των φύλλων) είτε προσαρμογές στην υπερβόσκηση (π.χ. αγκαθωτά φύλλα ή βλαστοί, κακή γεύση, δυνατότητα ανάπτυξης ακόμα και σε λιγοστό χώμα σε κάθετα βράχια).


Φρύγανα

Τα φρύγανα είναι ο κοινότερος τύπος βλάστησης της περιοχής. Συνίστανται από χαμηλούς και συνήθως αραιούς θάμνους οι οποίοι έχουν κατά κανόνα μικρά φύλλα, είναι συχνά χνουδωτοί και κατά περίπτωση έχουν αγκαθωτούς βλαστούς. Στις παράκτιες περιοχές των βόρειων ορίων του Δήμου αλλά και εσωτερικά στα πλέον ξηρά μέρη τα φρύγανα έχουν την τυπικότερη μορφή τους. Το σχήμα των θάμνων είναι χαρακτηριστικά ημισφαιρικό, σχήμα που παίρνουν τα φυτά για να ελαχιστοποιήσουν την επιφάνειά τους. Τυπικά φυτικά είδη αυτής της βλάστησης είναι η αστοιβή (Sarcopoterium spinosum), ο θύμος (Thymus capitatus), η γαλατσαστοιβή Γαλατσαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos)(Euphorbia acanthothamnos), η αγκαραθιά (Phlomis lanata), οι λαδανιές (Cistus spp), το φασκόμηλο (Salvia fruticosa), τα φυτιλάκια (Ballota spp), η ρίγανη (Origanum spp), το αμάραντο (Helichrysum siculum), o ασπάλαθος (Callicotome villosa), το αχινοπόδι (Genista acanthoclada) κ.ά.. Σε μια πρώτη ματιά τα φρύγανα φαίνονται φτωχά οικοσυστήματα αλλά αυτό δεν είναι πραγματικότητα. Η ποικιλία φυτών και ζώων που συναντά κανείς στα φρύγανα είναι η μεγαλύτερη από όλα σχεδόν τα οικοσυστήματα της Κρήτης. Ανάμεσα στους πολυετείς ξυλώδεις θάμνους των φρυγάνων αναπτύσσονται πάρα πολλά είδη ετήσιων φυτών αλλά και αρκετά ποώδη βολβόφυτα με συνηθέστερα τον ασφόδελο (Asphodelus aestivus), την ασκελετούρα (Urginea maritima) και πολλά είδη ορχιδεοειδών. Οι λιγότερο τυπικές μορφές φρυγάνων όσο αφορά τη μορφολογία των θάμνων, αλλά με λίγο πολύ την ίδια χλωριδική σύνθεση επικρατούν στην περιοχή. Όλες οι εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες αλλά και οι υποβαθμισμένοι πρινώνες έχουν εποικιστεί από αυτά τα φυτά και συνυπάρχουν μαζί με σποραδικής εξάπλωσης φυτών μακίας (πρινάρια, αγριελιές, κ.ά.).


Μακία

Η τυπική μακία βλάστηση με πυκνά και ψηλά φυτά αείφυλλων πλατύφυλλων και απουσία ποωδών φυτών στον υποόροφο είναι περιορισμένη σε μικρές εκτάσεις στα νότια κυρίως της επικράτειας του δήμου. Γενικά στη μακία βλάστηση της περιοχής κυριαρχούν οι θαμνώδεις και Το μελισσάκι (Ophrys heldreichi)οι δενδρώδεις μορφές του πριναριού (πρίνοι, Quercus coccifera). Υποβαθμισμένη μακία με θαμνώδεις μορφές πριναριών και αγριελιών (Olea europaea oleaster) και σπανιότερα σχίνων (Pistacia lentiscus) και χαρουπιών (Ceratonia siliqua) συνυπάρχει πάντα με την φρυγανική βλάστηση στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής. Σε συγκεκριμένες όμως περιοχές όπως ανατολικά της Μονής Κρεμαστών, περιμετρικά της κοιλάδας του Δρασίου, στο λόφο της Δρήρου, μεταξύ Περονίδων και Αδραβάστου, η μακία βλάστηση ανακάμπτει και αναπτύσσεται. Παντού σχεδόν ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει μια από τις πιο εντυπωσιακές προσαρμογές της αγριελιάς και κυρίως του πουρναριού που τους επέτρεψαν να επιβιώσουν στην υπερβόσκηση δεκάδων χιλιάδων ετών. Σ΄ αυτά τα φυτά οι νεαροί βλαστοί ξεραίνονται στην άκρη τους όταν βοσκηθούν και μετατρέπονται σε αιχμηρά αγκάθια. Αμέσως μετά την αποκοπή της άκρης αναπτύσσονται 2 ή 3 νέοι βλαστοί από τους οφθαλμούς που υπάρχουν λίγο χαμηλότερα. Σταδιακά, το πουρνάρι (ή η αγριελιά) μετατρέπεται σε ένα συμπαγή θάμνο με αποξυλωμένους και αιχμηρούς βλαστούς που εμποδίζουν την βόσκηση. Παράλληλα τα φύλλα του γίνονται πάρα πολλά και πολύ μικρά. Το κατσοπρίνι, όπως λέγεται στην Κρήτη το υπερβοσκημένο πουρνάρι, αναπτύσσεται αργά για πολλές δεκαετίες μέχρις ότου είναι αρκετά ψηλό για να ξεφύγει ένα κλαδί το οποίο δεν μπορεί να βοσκηθεί. Τότε μόνο το φυτό αναπτύσσεται σε δέντρο.


Υδρόβια Βλάστηση

Η υγρόφιλη και ακόμα περισσότερο η υδρόβια βλάστηση είναι πολύ περιορισμένη σε τμήματα ρυάκων (πλατάνια, καλάμια) και σε εποχικά λιμνίδια. Ο τελευταίος τύπος υγροτόπου έχει πολύ μεγάλη σημασία και αξία για την περιοχή. Εποχιακά λιμνίδια ή εποχιακά μεσογειακά τέλματα Μελισσόχορτο (Lemna minor) το μικρότερο αγγειόσπερμοόπως λέγονται εντοπίστηκαν. Χαρακτηριστικά είδη φυτών που απαντούν σ’ αυτούς είναι τα ψαθιά, τα βούρλα, οι ποταμογέτονες, οι ρανούνκουλοι αλλά και το μικρότερο αγγειόσπερμο του κόσμου (μελισσόχορτο, Lemna minor). Οι σημαντικότεροι και με έκταση 0,5 – 7 στρέμματα βρίσκονται: στον Άγιο Κωνσταντίνο, ανατολικά του Καστελίου, μεταξύ Καστελίου και Φουρνής, στις Κουρούνες, νότια από το Σύρμεσο και νότια και βόρεια από τις Δοριές. Σ’ αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι δεκάδες μεγάλων διαστάσεων στέρνες που υπάρχουν στην περιοχή.


Ποικιλία χλωρίδας

Πολλές περιοχές έχουν μεγάλη ποικιλία φυτών όμως η Κρήτη με 1.735 ιθαγενών ειδών αποτελεί ένα πραγματικό βοτανικό παράδεισο. Παράλληλα, είναι και το νησί της Μεσογείου με τον μεγαλύτερο αριθμό ενδημικών φυτών (πάνω από 200 ενδημικά είδη και υποείδη). Η χλωρίδα της Κρήτης είναι εξαιρετικά φτωχή σε δασικά είδη. Αντίθετα είναι πάρα πολλά τα μικρού μεγέθους είδη, ετήσια ή πολυετή, με προσαρμογές για την αποφυγή, αντίσταση, ή ανάκαμψη από τη βόσκηση.

Η χλωρίδα στην περιοχή της Νεάπολης είναι τυπική αυτής των μέσων και χαμηλών υψομέτρων.

Ένα από τα μεγαλύτερα γαϊδουράγκαθα (Onopordum bracteatum) στη ΚρήτηΣτον επισκέπτη από την κεντρική και δυτική Ευρώπη κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση η παρουσία τόσων πολλών αγκαθωτών φυτών. Μερικά είναι πολυετή φυτά της φρυγανώδους βλάστησης όπως η αστοιβή (Poterium spinosum), η γαλατσαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos), ο ασπάλαθος (Calycotome vilosa) και το αχινοπόδι (Genista acanthoclada). Ακόμα, υπάρχουν πολλά ετήσια φυτά που αν και εδώδιμα προστατεύονται από τη βόσκηση με πολύ αιχμηρά αγκάθια. Τυπικές περιπτώσεις είναι η κενταύρια (Centaurea idaea) και τα γαϊδουράγκαθα (Silybum marianum, Onopordum bracteatum, Notobasis syriaca, κ.α.).

Άλλα είδη είναι πολύ δύσγευστα. Το Βερμπάσκο (Verbascum macrurum) είναι σχετικά κοινό είδος της  περιοχήςΤο βερμπάσκο (Verbascum macrurum), τα φυτιλάκια (Ballota pseudodictamnus, Β. acetabulosa) και η αγκαραθιά (Phlomislanata) έχουν πολύ τριχωτά φύλλα και βλαστούς. Όταν αφυδατωθούν οι τρίχες αυτές (ιδιαίτερα της αγκαραθιάς) ερεθίζουν τους βλεννογόνους, το λαιμό και τα μάτια. Πολύ πιο αποτελεσματική προστασία έχουν οι φλόμοι (Euphorbia characias, Euphorbia dendoides, κ.ά). Τα φυτοφάγα ζώα δεν τους αγγίζουν γιατί στο βλαστό και τα φύλλα τους κυκλοφορεί ένας δηλητηριώδης λευκός χυμός. Έτσι, ιδιαίτερα ο δενδρώδης φλόμος έχει πολύ μεγάλους πληθυσμούς σε όλο το μήκος των παράκτιων πλαγιών αλλά και σε λόφους και πλαγιές ρεματιών βόρεια της Λατσίδας. Φυτά όπως λαδανιές (Cistus spp.) εκκρίνουν το ρητινώδες λάβδανο από αδένες που έχουν στα φύλλα τους. Μάλιστα, ιδιαίτερα στις Σίσες Ρεθύμνου όπου η λαδανιά (Cistus creticus) έχει πολύ μεγάλους πληθυσμούς, η ρητίνη αυτή ήταν παλαιότερα σημαντική πηγή εσόδων μιας και το λάβδανο χρησιμοποιείται στην παρασκευή λιβανιού αλλά και στην ποτοποιία.

Φασκόμηλο (Salvia fruticosa) Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της Κρητικής χλωρίδας είναι η παρουσία  πολλών αρωματικών φυτών. Στα τέλη της άνοιξης και κυρίως το καλοκαίρι η ατμόσφαιρα πλημμυρίζει κυριολεκτικά με τα αιθέρια έλαια που απελευθερώνουν κυρίως η φασκομηλιά (Salvia fruticosa), η ρίγανη (Origanum onites) και το θυμάρι (Coridothymus capitatus).

Χαμομήλι (Anthemis chia)Την άνοιξη η περιοχή μετατρέπεται σε ένα πραγματικό ποικιλόχρωμο μωσαϊκό καθώς τα περισσότερα φυτά είναι ανθισμένα. Το κίτρινο των ανθών της αγκαραθιάς, του ασπάλαθου και του αχινοποδιού κυριαρχεί σε πολλές περιοχές, είναι όμως τόσο έντονο βόρεια από τις Κουρούνες και μέχρι το Νοφαλιά, ώστε είναι ορατό και σε δορυφορικές φωτογραφίες. Δεν υπάρχει χρώμα που να μην αποτυπώνεται στα άνθη της περιοχής, αναμφισβήτητα όμως το πιο χρωματιστό στοιχείο είναι οι ορχιδέες με πιο χαρακτηριστικά τα μελισσάκια (Ophris sp.).

Η ενδημική καμπανούλα (Campanula tubulosa)Μερικά φυτά δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στους τοίχους και τα δάπεδα των ερειπωμένων κτηρίων της περιοχής. Τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά είναι τα περιδικούλια (Parietaria judaica), οι τσουκνίδες (Urtica spp.) και οι συκιές (Ficus carica), όμως υπάρχουν και πολλά χασμόφυτα.

Εντυπωσιακά άνθη πετρομάρουλου (Petromarula pinnata)Τουλάχιστον το 8% των φυτικών ειδών της περιοχής είναι ενδημικά της Κρήτης και το ποσοστό ανεβαίνει κατακόρυφα όσο αφορά τη χλωρίδα των απόκρημνων πλαγιών. Μερικά από αυτά τα είδη είναι εντυπωσιακά και εύκολα αναγνωρίσιμα όπως το πετρομάρουλο (Petromarula pinnata) και οι καμπανούλες (Campanula spp.).

Ξυνίδα (Oxalis pes-caprae) ο πιο επιτυχημένος εισβολέαςΟ άνθρωπος έχει εισάγει κατά λάθος ή σκόπιμα πολλά είδη φυτών ελάχιστα όμως έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον και έτσι δεν αναπαράγονται από μόνα τους. Εξαίρεση αποτελούν η φραγκοσυκιά (Opuntia ficus-indica) η οποία εξαπλώνεται αργά στους εγκαταλελειμμένους οικισμούς, και ιδιαίτερα η ξυνίδα (Oxalis pescaprae).   Το φυτό αυτό έφτασε στην Κρήτη πριν περίπου ένα αιώνα από τη Νότια Αφρική πιθανά με χώμα μέσα στο οποίο υπήρχαν οι βολβοί του. Σήμερα μπορεί κανείς να τη δει παντού καθώς είναι πλέον συστατικό της χλωρίδας όλων σχεδόν των οικοσυστημάτων της Κρήτης.