Αρχική » ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ » Νερό » Τεχνικά Έργα και Κατασκευές

Τεχνικά Έργα και Κατασκευές

 

 

1. Πέτρινα Γεφύρια

2. Νερόμυλοι

3. Πηγάδια

4. Αντλητικοί Ανεμόμυλοι

5. Υδροροές

6.  Δεξαμενές

7. Κρήνες

 

 απόσπασμα από το βιβλίο 

Οι Δρόμοι και ο Πολιτισμός του Νερού στο Μεραμπέλλο, 2007

Νεάπολη Κρήτης – Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Νεάπολης Κρήτης

Κείμενα - Επιμέλεια Έκδοσης: Μαμάκης Γεώργιος, Δρακωνάκη Χρυσούλα, Πλουσάκη Κρυστάλλω, Δαρβιώτη Αντωνία, Βασιλάκη Ασπασία


Πέτρινα Γεφύρια

Γεφύρι στην περιοχή της ΚριτσάςΠροκειμένου να καταστεί δυνατή η διάβαση των χειμάρρων και των ρυακιών του Μεραμπέλλου  κατασκευάστηκαν στα τέλη κυρίως του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. αρκετά πέτρινα γεφύρια. Μάλιστα, στην εφημερίδα Κρήτη, φύλλο 665/28-09-1882, δημοσιεύεται έκθεση «περί της καθ’ όλου κατασκευής γεφυρών εν Κρήτη και περί της επιμελείας αυτών». Εκεί περιγράφονται με λεπτομέρεια τα υλικά, η σύνθεση των κονιαμάτων και ο τρόπος κατασκευής των ξυλότυπων. Καθορίζεται ότι τα θεμέλια πρέπει να κατασκευάζονται με χαλίκια και κονίαμα από ένα μείγμα με θηραϊκή γη, ασβέστη και άμμο. Τα μη ορατά μέρη των βάθρων, τα στηθαία και οι πλάγιοι τοίχοι πρέπει να χτίζονται με αργολιθοδομή και αμμοκονίαμα. Για τη διαμόρφωση των τόξων είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται  Πέτρινο γεφύρι στις Λίμνεςλαξευτή λιθοδομή  και κονίαμα από «γαλλική γη» δηλαδή τσιμέντο, ή ακόμη και κεραμοκονία. Τέλος, το επίπεδο κίνησης που διαμορφώνεται «επί των θόλων πρέπει να επικαλύπτεται δια στρώματος 0,05 μ. θηραϊκής κονίας μετά λεπτότατων λιθαριδίων και να επιχρίεται τόσον καλώς ώστε τα ύδατα του καταστρώματος μηδαμώς να εισδύωσιν εις τον θόλον».


Νερόμυλοι

Το νερό των επιφανειακών απορροοών το δάμασαν οι ντόπιοι κατασκευάζοντας όχι μόνο περίτεχνες πέτρινες υδατογέφυρες αλλά και αναγκάζοντάς το, πριν καταλήξει στην θάλασσα, να κινεί δεκάδες νερόμυλους στην περιοχή του Καλού Χωριού, της Κριτσάς, του Πλατυποδίου, της Νεάπολης, της  Το πηγάδι του νερόμυλουΛατσίδας και του Βραχασίου. Η πτώση του νερού μικρών ή μεγάλων υδατορευμάτων και πηγών σε υδροτροχούς, με αποτέλεσμα την περιστροφή τους και την παραγωγή μηχανικού έργου χρησιμοποιήθηκε από πολύ παλιά στην περιοχή.

Το νερό από το ποτάμι οδηγούνταν στο αυλάκι (μυλαύλακο) και από εκεί στην δεξαμενή. Επρόκειτο για μια χωμάτινη στέρνα που το βάθος της κυμαινόταν από 1 έως 1,5 μέτρο. Στην συνέχεια, ένας πετρόχτιστος αγωγός οδηγούσε το νερό προς το πηγάδι. Εγκάρσια προς τα τοιχώματα του αγωγού έμπαιναν κατά διαστήματα μεγάλες πελεκητές πέτρες που λειτουργούσαν σαν ελκυστήρες. Η διάμετρος του υδατόπυργου κυμαινόταν από 40 έως 80 εκατοστά. Όταν το νερό αφηνόταν ελεύθερο από τη στέρνα προς το πηγάδι, κατέβαινε στο στόμιο, χτυπούσε στους κάδους και ανάγκαζε τον τροχό να περιστραφεί. Η φτερωτή, που ήταν ατσάλινη, περιστρεφόταν γύρω από τον άξονά της (αδράχτι) που ήταν προσαρμοσμένος στο κέντρο της και έτσι κινούνταν η μυλόπετρα. Κάθε μυλόπετρα είχε διάμετρο μικρότερη συνήθως του ενός μέτρου. Αποτελούνταν από μονόλιθο ή από κομμάτια πέτρας συναρμολογούμενα κατάλληλα. Όταν ο μύλος λειτουργούσε, κάθε περιστροφή της φτερωτής έδιδε μια περιστροφή στην απάνω πέτρα. Ο αριθμός των στροφών ανά πρώτο λεπτό ήταν 100-150 και η αποδιδόμενη ισχύς περίπου δύο ίπποι. Η αλεστική ικανότητα ποίκιλε έτσι ανάμεσα στις 100 και τις 200 οκάδες την ώρα.

Οι νερόμυλοι χωροθετούνταν είτε μεμονωμένα είτε σε ομάδες παίρνοντας το νερό με τη σειρά τους από το ρέμα. Χαρακτηριστική περιγραφή μιας τέτοιας διάταξης νερομύλων για την περιοχή της Κριτσάς μας δίνει ο Γεώργιος Περάκης: «στη γραφική κωμόπολη της Κριτσάς, τα περασμένα χρόνια είχανε πολλούς νερόμυλους που αλέθανε τα σιτάρια και τα κριθάρια. Αναμφισβήτητα, στην Κριτσά  Νερόμυλος στην περιοχή του Βραχασίουυπήρχαν τα παλαιότερα χρόνια αρκετά νερά. Από το Κεφαλόβρυσο αναβλύζανε άφθονα νερά που κυλούσανε κελαριστά προς τον κάμπο και σχηματίζανε στο πέρασμά τους ένα γραφικό ποτάμι. Στις όχθες του είχαν ριζώσει σκιερά πλατάνια, μυρτιές, κισσοί, λυγιές, φτέρες κ.α. υδρόφιλα δέντρα και φυτά. Κοντά στις πηγές, μέσα στα γάργαρα νερά του υπήρχαν πλύστρες, δηλαδή πέτρινες μεγάλες πλακούρες που πάνω σ’ αυτές κοπανίζανε τα ρούχα με τα κόπανα για να τα καθαρίσουν και να τα λευκάνουν οι νοικοκυρές. Στο διάβα του το ποτάμι γύριζε ένα νερόμυλο. Όπως κατηφόριζε, κινούσε πιο κάτω κάποιο άλλο. Παρακάτω στη συνοικία Παλαίμυλος, με τα ίδια νερά βρισκόταν ένας άλλος νερόμυλος πολύ παλιός, «ο παλιόμυλος», που κατά πάσα πιθανότητα απ’ αυτόν έχει πάρει την ονομασία της η συνοικία αυτή της Κριτσάς. Τα νερά από τον παλιόμυλο κατρακυλούσανε αμέσως πιο κάτω και θέτανε σε κίνηση το ξυλουργικό εργοστάσιο «του Στερεού». Ακόμη πιο κάτω σμίγανε τα νερά του ποταμού Κεφαλόβρυσου με τα νερά του ποταμού του Θεολόγου που ενισχυμένα με τα νερά του ποταμού του Χαυγά κινούσανε έναν άλλο νερόμυλο κοντά στο χάνι του Τζιρή. Λίγα μέτρα πιο κάτω και ύστερα από κατάλληλη διευθέτηση διοχετεύονταν μέσα σ’ αυτά και τα νερά που κατέβαιναν από τα Πλατύβολα για να κινήσουν έναν άλλο νερόμυλο, πάρα πολύ παλιό τον «γεροντόμυλο» που βρισκόταν περίπου 1000 μέτρα νοτικά της Παναγίας της Κεράς. Όλα τα παραπάνω νερά καταλήγανε στον ποταμό της Κριτσάς που διέσχιζε φιδωτός όλο τον κάμπο, περνούσανε από το Μάμαλο, κινούσανε κι άλλους αλευρόμυλους και χυνότανε στη θάλασσα του Καλού Χωριού».


Πηγάδια

Το άνυδρο και η αιχμηρότητα των εκτάσεων του ορεινού Μεραμπέλλου εναλλάσσεται με το πράσινο της μεραμπελλιώτικης κοιλάδας όπου η παρουσία του νερού έχει προσδώσει ιδιαίτερο χαρακτήρα στην ποικιλία της βλάστησης και των καλλιεργειών. Παρά την εικόνα ξηρότητας που προβάλλει σήμερα το Μεραμπέλλο, τα πηγάδια («κρηναία και ποτάμια ύδατα αυτόματα ρει, χειρόκμητα, λέγω δ’ οίον τα  Μηχανισμός άντλησης νερού α- πό πηγάδι στην περιοχή της Κριτσάςφρεαταία καλούμενα», Αριστοτ. Μετεωρ. Β 353 β 27) με σημαντικά υπόγεια νερά υπήρχαν κάποτε περισσότερο από ό,τι σήμερα στην περιοχή. Τέτοια πηγάδια σώζονται στην αρχαία Λατώ προς Καμάρα, τον σημερινό Άγιο Νικόλαο.

Η λέξη πηγάδι έχει αρχικό τύπο τη λέξη το «πηγάδιον», που είναι υποκοριστικός τύπος της αρχαίας λέξης «πηγή». Η λέξη πηγή συναντάται στα ομηρικά έπη πάντα στον πληθυντικό και δηλώνει μέρος απ’ όπου βγαίνει το νερό των ποταμών. Αργότερα, πήρε τη σημασία που έχει η λέξη φρέαρ.

Πριν ληφθεί η απόφαση για το άνοιγμα ενός πηγαδιού στο Μεραμπέλλο έπρεπε από πριν να σιγουρευτούν για την ύπαρξη φλέβας νερού κάτω από το μέρος αυτό. Αυτοφυή υδρόφιλα φυτά, όπως το βούρλο, πιο κοινά τα βούρλα, που και οι αρχαίοι τα έλεγαν «ο σχοίνος» (σχοίνος το βούρλον, ν 103 Οδύσσεια), ήταν μια κάποια απόδειξη ύπαρξης νερού για τους πηγαδάδες, τους μαστόρους που κατασκεύαζαν τα πηγάδια. Στην περιοχή υπήρχαν όμως και μερικοί ραβδοσκόποι οι οποίοι «όταν πατούσαν πάνω στο μέρος που είχε φλέγα, ένοιωθαν σαν ένα ελαφρύ ηλεκτρικό ρεύμα σ’ όλο τους το σώμα να κουνεί το ραβδί που βαστούσαν στη χέρα τους». Η επιτυχία στην επιλογή τόπου για την ανόρυξη πηγαδιού δεν ήταν  Πηγάδι έξω από το ναό της Μεθυμοπούλας στην περιοχή της Φουρνήςπάντα δεδομένη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κάτω πηγαδιού στη Βουλισμένη όπου οι εκτιμήσεις για την εύρεση νερού δεν επαληθεύτηκαν. Κατά τη διάρκεια όμως του μεγάλου σεισμού  του 1856 «οι κάτοικοι οι οποίοι είχανε πιάσει τα διάπαντα για να σωθούνε σαν εγιαγύρανε οπίσω να δούνε τσι ζημιές απούκαμε, εκούσανε ένα βρούχο προς το Κάτω Πηγάιδι. Σαν εσιμώσανε είδανε πως είχανε ανοίξει οι φλέγες ντου, κι είχενε ξεχυλίσει κι ήτρεχε το νερό στον ποταμό».

Τα πηγάδια του Μεραμπέλλου είναι χτισμένα με λιθοδομή χωρίς συνδετική ύλη. Η άντληση του νερού γινόταν με διάφορους τρόπους. Ο κλασσικός τρόπος ήταν με τα χέρια με τη βοήθεια ενός κουβά  δεμένου σε σχοινί, τον οποίο κατέβαζαν στο πηγάδι και ανέβαζαν με μυϊκή δύναμη χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Για τα μεγαλύτερα βάθη χρησιμοποιούσαν το μαγγάνι, το γεράνι ή τον ανεμόμυλο.

Η λέξη «μαγγάνι» ανάγεται στον τύπο «μαγγάνιον» που είναι ο υποκοριστικός τύπος της αρχαίας λέξης «το μαγγάνιον» που ο μηχανικός του 3ου αιώνα π.Χ. Ήρων την αναφέρει σαν χειροκίνητο βαρούλκο προς άντληση νερού. Η λέξη γεράνι ανάγεται στον τύπο «το γεράνιον» που είναι ο υποκοριστικός τύπος της αρχαίας λέξης «ο γέρανος» που δήλωνε κάθε μηχανή, που χρησίμευε για την ανύψωση βαριών αντικειμένων.


Αντλητικοί Ανεμόμυλοι

Ένας ξεχωριστός τύπος ανεμόμυλου είναι εκείνος που χρησιμοποιήθηκε στο Μεραμπέλλο για την  Ανεμόμυλος με μεταλλικό πύργο στις Λίμνεςάντληση του νερού από αυτά τα πηγάδια. Οι πρώτοι μύλοι για την άντληση του νερού κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Αρχικά ως υλικό κατασκευής χρησιμοποιήθηκε το ξύλο. Για την άντληση χρησιμοποιούσαν την κλασική αναρροφητική αντλία, δεδομένου ότι το νερό έφτανε τότε σε βάθος μικρότερο των 8 μέτρων. Ο άξονά τους ήταν μόνιμα στραμμένος στη βορειοδυτική κατεύθυνση απ’ όπου φυσά συνήθως ο άνεμος. Επειδή όμως στην περιοχή δεν λείπουν και οι νότιοι άνεμοι, οπότε ο κάμπος είχε μεγαλύτερη ανάγκη από νερό, χρειαζόταν ο μύλος να στραφεί προς την κατεύθυνση αυτού του ανέμου. Έτσι, επινοήθηκαν οι «κουλούρες». Πρόκειται για δύο κύκλους  Ανεμόμυλος με πέτρινο πύργο στις Λίμνεςαπό κομμάτια ξύλου. Ο ένας έμενε ακίνητος, στερεωμένος. Ο άλλος ήταν κινητός και περιστρεφόταν μέσα στον σταθερό. Πάνω στον κινούμενο κύκλο ήταν προσαρμοσμένος ο μηχανισμός που περιστρέφει τον άξονα του μύλου. Αργότερα, ο μύλος τελειοποιήθηκε και έγινε ελαφρύς και ευκίνητος Επειδή, όμως, στην περιοχή δεν υπήρχε τόση ξυλεία ώστε να κατασκευαστούν οι μύλοι που χρειαζόταν ο τόπος, χρησιμοποιήθηκε αργότερα η πέτρα και το σίδερο για την κατασκευή του πύργου και η αντλία από χάλκινους κάλυκες οβίδων των 155 χιλιοστών, από τους οποίους είχε αφαιρεθεί το καψούλι. «Ο κάλυξ στερεούται επί της ωτίδος του αγωγού σωλήνος δια σιδηρών συνδετήρων ενσφηνουμένων εντός ξυλίνου σταθερού υποστηρίγματος. Η υδραυλική φραγή εξασφαλίζεται δια δέρματος, το οποίον εκτελεί και χρέη αναρροφητικής βαλβίδος. Το έμβολον κινείται υπό του διωστήρος και έχει μήκος διαδρομής 16 εκ.». Η αντλητική ικανότητα των μύλων έτσι βελτιώθηκε φτάνοντας τα 90 κιλά νερό κάθε πρώτο λεπτό.


Υδροροές

Στην περιοχή του Μεραμπέλλου χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως «κουτσουνάρα» (υδρορροή) ένα κομμάτι  Επιτύχια υδρορροή στον σπηλαιώδη Ναό του Αγίου Ανδρέα Φινοκαλιάξύλινου κοίλου κορμού το οποίο οδηγούσε τα νερά του χωμάτινου δώματος μακριά από τον τοίχο του σπιτιού. Αργότερα, η κουτσουνάρα έγινε λίθινη, πήλινη ή μεταλλική. Σε πολλές περιπτώσεις η υδρορροή μαχαιρώνει τον τοίχο του σπιτιού σαν  Πέτρινη υδρορροή στον Νοφαλιάμικρός καταρράκτης πάνω στο σοβά. Στην περιοχή μας ελάχιστες ήταν οι υδροορροές εκείνες που συνηθίζονταν σε άλλες περιοχές και που είχαν τη μορφή ολόγλυφης κεφαλής. Μια τέτοια ανθρωποκεφαλική υδρορροή υπήρχε στην σπίτι του παπά Δημητρίου Ψαλιδάκη στην Βουλισμένη. Η υδρορροή αυτή είχε μια λειτουργική και μεταφυσική υπόσταση. Από τη μια διευκόλυνε την απορροή των νερών από το χωμάτινο δώμα, ενώ από την άλλη προκαλούσε την ευμένεια του στοιχειού για καθαγιασμό των υδάτων. Η τυπολογία της συγκεκριμένης υδρορροής ταυτίζεται απόλυτα με αυτή των στομίων των λαϊκών λεοντοπρόσωπων κρουνών.


Δεξαμενές

Η επιβίωση και η ανάπτυξη των δεκάδων αγροτοκτηνοτροφικών οικισμώντου Απάνω Μεραμπέλλου οι  Δεξαμενή ελληνιστικών χρόνων στο ύψωμα της αρχαίας Οξάςοποίοι είναι γαντζωμένοι με πείσμα επάνω στηάνυδρη γη εξαρτιόταν πρώτιστα και ανέκαθεν από την πρόνοια και τη φροντίδα των κατοίκων τους για την αποθήκευση του νερού. Έτσι, χιλιάδες στέρνες όλων των περιόδων υπάρχουν σε ολόκληρη την περιοχή.

Την πρόνοια για την αποθήκευση του νερού στην πιο χαρακτηριστική έκφρασή της την συναντούμε ακόμη και σήμερα στην κορυφή ενός βράχου στα δυτικά της Ελούντας όπου βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης Οξά. Ο σεισμός του 1450 π.Χ. και ο φόβος των Αχαιών ανάγκασαν τους κατοίκους της Ελούντας να αποσυρθούν από τα παράλια και να αναζητήσουν καταφύγιο πάνω σ’ αυτήν την κορυφή. Εκεί, στα 470 μέτρα υψόμετρο χτίστηκαν τότε δεκάδες στέρνες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε συνεχώς ακόμη και στην βυζαντινή περίοδο. Οι περισσότερες είναι με θολωτή στέφη και με επιχρίσεις από ασβεστοκονίαμα που ανάγεται στην πρώτη Βυζαντινή περίοδο. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι με μείγμα ασβέστη και ψιλού χαλικιού. Τις δεξαμενές της Οξάς αναφέρει ο Γάλλος περιηγητής A. Fabreguettes το 1834.

Οι δεξαμενές του Μεραμπέλλου είναι άλλες φορές εξολοκλήρου υπόγειες και άλλοτε υπέργειες. Άλλοτε Το στόμιο υπόγειας δεξαμενής στην Μονή Καλογραιών στην Φουρνή είναι ανοικτές και άλλοτε θολιασμένες, μακρόστενες ή στρογγυλές. Την ανοικτή δεξαμενή οι αρχαίοι Έλληνες την έλεγαν και «λάκκο» και υποδήλωνε το μεγάλο σε άνοιγμα ανοικτό πηγάδι χτισμένο με ξερολιθιά που δεν διέθετε δική του φλέγα. Σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς οι δεξαμενές διακρίνονται σε κοινοτικές και ιδιωτικές. Οι πρώτες γέμιζαν με τα νερά που έτρεχαν το χειμώνα στους δρόμους ενώ οι δεύτερες τροφοδοτούνταν από τα νερά της στέγης των σπιτιών και σπανιότερα με εκείνα των δρόμων. Όταν η χρονιά δεν είχε αρκετές βροχές, απαγορευόταν παντελώς η τροφοδότηση των ιδιωτικών δεξαμενών με νερά των δρόμων πριν πληρωθούν οι κοινοτικές. Ο τρόπος που μοιραζόταν το νερό στις κοινοτικές στέρνες ήταν η σπιθαμή, που σήμαινε το μήκος των δακτύλων όταν η παλάμη ενός άνδρα είναι κλειστή. Οι κοινοτικές στέρνες κατασκευάζονταν από τις κατά τόπους κοινότητες με την μέθοδο της υποχρεωτικής προσωπικής εργασίας των κατοίκων.

Στις κλασικές θολωτές δεξαμενές, τα τοιχώματα και ο θόλος είναι από λιθοδομή. Προκειμένου να επιτευχθεί η στεγανοποίηση της δεξαμενής γινόταν επάλειψη των εσωτερικών τοιχωμάτων με μείγμα από ασβέστη και γαστριά (κορνιοτοποιημένα πήλινα αγγεία) και μετά απάλειψη με ελαιόλαδο. Το στόμιο για την άντληση του νερού βρίσκεται στο ένα άκρο της στέρνας. Σε μια πλευρά η τοιχοποιία φέρει διαμπερή τρύπα για τον  Στόμιο υπόγειας δεξαμενής στις Περονίδεςαερισμό του εσωτερικού. Ο θόλος κατασκευάζεται πάντα με ξυλότυπο. Αποτελείται από λεπτές πλακοειδείς πέτρες που συναρμολογούνται με εμπασές και συγκολούνται με ασβεστόχωμα ή ασβεστοκονίαμα. Στο καλούπι υπάρχει εξ αρχής ένα άνοιγμα που αντιστοιχεί στο μποτζάλε ή ανεσυρτήρι της στέρνας. Σε ένα άκρο της υπάρχει ένα μικρό στερνάκι στο οποίο οδηγούνται από το καλντερίμι τα νερά της βροχής μέσου του καράβου. Στο στερνάκι αυτό κατακάθονται οι λάσπες και οι φερτές ύλες του νερού. Όταν η στάθμη του νερού ανέβει αρκετά μέσα στο στερνάκι, το καθαρό νερό χύνεται πλέον στο εσωτερικό της στέρνας μέσα από μια θυρίδα τροφοδοσίας. Πολλές στέρνες εκτός από το πότισμα ανθρώπων, κήπων και ζώων, έχοντας τις κατάλληλες γούρνες και ποτίστρες, διευκόλυναν και το πλύσιμο των ρούχων. Η γούρνα ήταν μια λαξευμένη κυκλική, τετράγωνη ή ορθογώνια πέτρινη κατασκευή που τοποθετούνταν συνήθως κοντά στην στέρνα.


Κρήνες

Κρήνη στη λίμνη Αγίου Νικολάου Στην λιγότερο άνυνδρη περιοχή της σκάφης του Μεραμπέλλου, όπου παλαιότερα υπήρχαν τρεχούμενα νερά σχεδόν όλο τον χρόνο, όλα τα χωριά διέθεταν δημόσιες κρήνες. Γύρω στα μέσα στου 19ου αιώνα οι κρήνες κτίζονταν ακόμη σχεδόν αποκλειστικά από τους Τούρκους οι οποίοι πίστευαν ότι είναι θρησκευτική υποχρέωση των μουσουλμάνων να προσφέρουν νερό στους διψασμένους κατοίκους ή στους διαβάτες. Όμως, μετά την σύμβαση της Χαλέπας, οι δήμοι και οι κοινότητες του Μεραμπέλλου ήταν εκείνες που άρχισαν να ασχολούνται συστηματικά με τα προβλήματα ύδρευσης των κατοίκων τους. Η εξασφάλιση πόσιμου ύδατος δεν ήταν πλέον αποτέλεσμα της φιλανθρωπίας πλούσιων μουσουλμάνων ή προσφοράς πλούσιων χριστιανών, αλλά υποχρέωση των δημοτικών αρχών.

Έτσι, ενώ πριν από το 1868 «η Νεάπολις ήτο κώμη μεγάλη μεν, αλ’ ουδέν σχεδόν έχουσα το  Κρήνη στην Νεάποληπροσιδιάζον συνοικισμώ ανθρώπων αξιούντι δικαίως συγκαταλέγηται μεταξύ των πόλεων και να φέρη το όνομα πόλιν», ο Κωστής Αδοσίδης Πασάς, «ούτω δ’ ευρών την κόμην ταύτην ότε τω 1868 εξελέξατο αυτήν έδραν της διοικήσεως Λασιθίου, επεξέτεινεν αυτήν εγείρας μεν δημόσια οικοδομήματα, δους δ’ αφορμήν εις ίδρυσιν πολλών τοιούτων ιδιωτικών, χαράξας δ’ οδούς κανονικούς και αγοράς και πλατείας, διοχετεύσας δ’ ύδατα μακρόθεν και ιδρύσας κρήνας και άλλα πολλά […]». Χαρακτηριστικό ήταν το περίφημο «σαντριβάνι» της πόλης το οποίο κοσμούσε την κεντρική πλατεία.

Το νερό, λοιπόν, άρχισε τότε μεταφέρεται και από πολύ πιο μακρινές αποστάσεις με κλειστούς σωληνωτούς αγωγούς. Στο σημείο κατάληξης του νερού δημιουργούταν ένα ιδιαίτερο υπέργειο κτίσμα προορισμός του οποίου ήταν να λειτουργεί ως ταμιευτήρας του νερού. Στην δεξαμενή αυτή υπήρχαν και τα στόμια εκροής του νερού. Υπήρχαν όμως, και περιπτώσεις όπου το νερό δεν κατέληγε σε ταμιευτήρα αλλά με φυσική ροή έτρεχε διαρκώς από τα στόμια των κρηνών. Στην πρώτη περίπτωση, η κρήνη βρισκόταν σε επαφή μετον ταμιευτήρα  Άλλη κρήνη στην Νεάποληκαι λειτουργούσε ουσιαστικά ως η πρόσοψη της ενοποιημένης αυτής κατασκευής. Στην πλευρά αυτή εκτός από τα στόμια υπήρχε και ένα άνοιγμα, ένα είδος μικρού παραθύρου, το οποίο χρησίμευε για τον καθαρισμό της δεξαμενής αλλά και ως θυρίδα ελέγχου για την παρακολούθηση της στάθμης του νερού στο εσωτερικό της. Σε άλλο σημείο υπήρχε η ξεχειλίστρα, μια οπή από την οποία έβρισκε διέξοδο το νερό εάν συνέβαινε υπερχείλιση. Το εσωτερικό της δεξαμενής για να καταστεί αδιαπέραστο από το νερό επιχριόταν με κονίαμα υδραυλικής μορφής, το λεγόμενο κουρασάνι, μείγμα από κοπανισμένο κεραμίδι και ασβέστη. Η πρόσοψη της κρήνης η οποία ήταν διαμορφωμένη πάντα με ιδιαίτερη προσοχή αποτύπωνε όλα εκείνα τα δομικά και μορφολογικά στοιχεία που σηματοδοτούσαν τα ιδιαίτερα φιλοσοφικά ή θρησκευτικά σύμβολα του λαού. Οι δοξασίες για τις υπερφυσικές ιδιότητες του νερού επιβίωσαν και στην τοπική λαϊκή πίστη. Έτσι, οι κρήνες, τόπος συνάντησης, πόλος έλξης και κοινωνικοποίησης των προσώπων, εξακολούθησαν να εκπέμπουν μυστικισμό και δύναμη.